Public Allowance to Asylum Seekers - The Experience of Asylum Seekers

Part of the local society and the media view the asylum seekers as the abusers of the asylum and public allowance system who are unwilling to work and every month they are receiving their monthly allowance while sitting comfortably in their homes. At the same time, announcements of high public expenditure in allowance to asylum seekers tend to enhance this stereotype. What is unfortunately forgotten is the image of destitute refugees who after having lost everything in their homeland their primary aim in the country they have resorted to for protection is to survive. In the public discourse less is being said on the reasons for granting the allowance and even less on the gaps of the system. Hence, starting from the law and then going into the practical implementation of the legal provisions as experienced by asylum seekers, UNHCR will attempt to give a more balanced picture on this issue.

The right of everyone to an adequate standard of living is recognised by international and regional EU instruments on human rights. This inalienable right for every human being, in the case of refugees and asylum seekers, is safeguarded both by the 1951 Refugee Convention and the EU Minimum Reception Conditions Directive.

Cyprus refugee legislation after transposing the EU Reception Conditions Directive provides that asylum seekers have the right to public allowance if they don’t have sufficient means to ensure a standard of living adequate for their health and subsistence. In the absence of reception centers in Cyprus, adequate to meet the basic needs of asylum seekers, such as housing and food, the public allowance is the only way for asylum seekers to survive; at least for the first six months, during which they are not allowed to work.

Contrary to the public perception however, the payment of the public allowance does not take place automatically upon the submission of an asylum application and is not free from red tape. For example, an application for public allowance needs to be submitted to the welfare department and is expected by people who are by definition homeless (but in practice few) to indicate an address upon submission. When they overcome this legally unfounded obstacle, the application takes more than 4 months to be examined, a period in which they have no right to work and as a result many are left destitute.

After the 6-month period and if the examination of asylum application is still pending, asylum seekers will be registered at the labour office of their district and they will be receiving the public allowance until a job in which they are entitled to work is identified by the labour department. They are not entitled to choose between working and public allowance, as some publications in the press have implied. Denial to work, for reasons that do not relate to their medical situation, will lead to closure of the file and the allowance will not be paid. Sometimes the file is closed even if the denial to work was based on a sound ground (e.g. denial to be employed in a farm where no accommodation for the whole family was provided). In addition, once employment is found, the allowance will stop even if the income is less than the public allowance, which by definition is set at a level which can cover the most fundamental needs.

Public expenditure figures on allowance to asylum seekers as well as statistics announced from time to time do not indicate how many asylum seekers apply for the public allowance, nor do they indicate the profile of those asylum seekers who are actually receiving it. Are they asylum seekers who recently came and they have no right to work (first 6 months) or are they asylum seekers who have been waiting for like 2 years to have their asylum case examined instead of 6 months? Are they asylum seekers who have the right to work in specific sectors but there was no job available or there was no referral to a job? Sometimes many months pass without asylum seekers being referred to job vacancies while employers have contacted UNHCR interested in recruiting asylum seekers but unaware of the procedure that they need to follow.

It is true that social workers and labour officers have a huge workload and there is a need to adapt the system to the present situation, given the diversity of responsibilities vested on them by the refugee law (e.g. social workers have a responsibility by law not only to calculate the public allowance but also to identify people with special needs). UNHCR has suggested the use of the European Refugee Fund (ERF) in that respect, by recruiting social advisors (to be paid under the ERF) whose role will be to facilitate the work of the social workers. At the same time when it comes to employment, there is a need to inform prospective employers about working rights of asylum seekers, how they differ from the working rights of refugees and subsidiary protection beneficiaries. Relevant information can be found on the webpage of the Ministry of Labour. Improved coordination is also needed between the welfare and labour departments as well as an efficient referral system when it comes to employment (e.g. creating a pool of interested employers and more dynamic measures in linking asylum seekers with employers).
Lastly but not least, expediting the examination of the asylum applications will deter people from applying for asylum for purely economic reasons. This is a sector where the Government has progressed a lot and further improvement is to be expected further to additional measures which have been recently announced.

Visit the webpage of the Ministry of Labour and get informed on the working rights of the asylum seekers and pass the word to others.[]

UNHCR Representation in Cyprus
22 October 2009


Δημόσιο βοήθημα στους αιτητές ασύλου – η εμπειρία των αιτητών

Ένα κομμάτι της κοινωνίας και των ΜΜΕ θεωρούν τους αιτητές ασύλου ως ανθρώπους που δεν επιθυμούν να εργαστούν αλλά να ζήσουν εις βάρος της κοινωνίας λαμβάνοντας την επιταγή του δημοσίου βοηθήματος στο τέλος κάθε μήνα, κάνοντας ουσιαστικά κατάχρηση του θεσμού του ασύλου και του συστήματος δημοσίου βοηθήματος. Παράλληλα, ανακοινώσεις για υπέρογκες δημόσιες δαπάνες στον τομέα του δημοσίου βοηθήματος ενισχύουν αυτό το στερεότυπο. Δυστυχώς παραμερίζεται η εικόνα του άπορου πρόσφυγα που έχασε τα πάντα στην χώρα του και καταφεύγοντας για προστασία σε μία άλλη χώρα, περιλαμβανομένης και της Κύπρου, διεκδικεί πρωταρχικά το δικαίωμα στην επιβίωση. Στην δημόσια συζήτηση λέγονται λιγότερα για τους λόγους που δίδεται το δημόσια βοήθημα και ακόμα λιγότερα για τις αδυναμίες του συστήματος. Με αυτή την παρέμβασή της η UNHCR θα προσπαθήσει να δώσει μία πιο ισορροπημένη εικόνα, αρχίζοντας από το νόμο και καταλήγοντας στην πρακτική εφαρμογή, σύμφωνα με τις εμπειρίες των αιτητών.

Το αναφαίρετο δικαίωμα του κάθε ανθρώπου σε ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο αναγνωρίζεται από διεθνή και περιφερειακά νομικά κείμενα για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Στην περίπτωση των προσφύγων και αιτητών ασύλου, το δικαίωμα αυτό διασφαλίζεται τόσο από τη Σύμβαση των Προσφύγων του 1951 καθώς και από την Ευρωπαϊκή Οδηγία για τις Ελάχιστες Συνθήκες Υποδοχής των Αιτητών Ασύλου.

Η Κυπριακή νομοθεσία περί προσφύγων, η οποία έχει ενσωματώσει την σχετική Οδηγία της ΕΕ, προβλέπει την χορήγηση δημοσίου βοηθήματος για τους αιτητές ασύλου που δεν έχουν επαρκείς πόρους για να εξασφαλίσουν ένα βιοτικό επίπεδο κατάλληλο για την υγεία και τη συντήρησή τους. Δεδομένης της έλλειψης επαρκών κέντρων υποδοχής στην Κύπρο, το δημόσιο βοήθημα είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο οι αιτητές ασύλου μπορούν να επιβιώσουν, τουλάχιστον για τους πρώτους 6 μήνες που δεν δικαιούνται να εργαστούν.

Ωστόσο, αντίθετα με την κοινή αντίληψη, η καταβολή του δημοσίου βοηθήματος δεν γίνεται αυτόματα με την υποβολή της αίτησης ασύλου. Παράλληλα υπάρχουν και γραφειοκρατικά εμπόδια. Για παράδειγμα, η αίτηση για δημόσιο βοήθημα θα πρέπει να υποβληθεί στα επαρχιακά Τμήματα Ευημερίας, όπου οι εξ’ ορισμού άστεγοι (αν και στην πράξη είναι λίγοι αφού οι περισσότεροι διαμένουν με γνωστούς)θα πρέπει παράλληλα να δηλώσουν διεύθυνση- προϋπόθεση που δεν προβλέπεται από το νόμο. Στην συνέχεια, η εξέταση της αίτησης παίρνει περισσότερο από 4 μήνες, διάστημα στο οποίο δεν έχουν δικαίωμα εργασίας και ως εκ τούτου πολλοί μένουν άποροι.

Αν μετά την πάροδο των 6 μηνών, η αίτηση ασύλου συνεχίζει να εκκρεμεί, οι αιτητές ασύλου εγγράφονται στα επαρχιακά γραφεία εργασίας με στόχο την εξεύρεση εργασίας στους επιτρεπόμενους τομείς και αποκοπή του δημοσίου βοηθήματος. Μέχρι να εντοπιστεί εργασία (ευθύνη του Γραφείου Εργασίας) θα λαμβάνουν το δημόσιο βοήθημα. Δεν έχουν δικαίωμα επιλογής μεταξύ δημοσίου βοηθήματος ή εργασίας, όπως ορισμένα δημοσιεύματα στο τύπο αναφέρουν. Άρνηση εργασίας, χωρίς να υπάρχουν βάσιμοι – π.χ. ιατρικοί- λόγοι, θα οδηγήσει στο κλείσιμο του φακέλου και δεν θα καταβληθεί δημόσιο βοήθημα. Ορισμένες φορές ο φάκελος κλείνει ακόμα και αν υπάρχει βάσιμος λόγος, π.χ. άρνηση να εργαστεί σε φάρμα επειδή δεν υπήρχε χώρος διαμονής για όλη την οικογένεια. Επιπλέον, όταν εντοπιστεί εργασία, το βοήθημα θα σταματήσει ακόμα και αν ο μισθός είναι χαμηλότερος από το δημόσιο βοήθημα, το οποίο εξ ορισμού ορίζεται σε επίπεδο ικανό να καλύψει τις βασικότερες ανάγκες.

Περιοδικά, δημοσιεύονται στατικές και ποσά δημοσίας δαπάνης αναφορικά με το δημόσιο βοήθημα που καταβάλλεται στους αιτητές ασύλου. Ωστόσο τα νούμερα αυτά δεν απαντούν επί μέρους ερωτήματα - πόσοι αιτητές ασύλου κάνουν αιτήσεις για δημόσιο βοήθημα, πρόκειται για αιτητές ασύλου που ήρθαν πρόσφατα και δεν δικαιούνται να εργαστούν ή πρόκειται για αιτητές που βρίσκονται στην διαδικασία ασύλου για 2 ή περισσότερα χρόνια? Πρόκειται για αιτητές για τους οποίους δεν υπήρχε εργασία ή για αιτητές που δεν παραπέμφθηκαν για εργασία? Ορισμένες φορές περνούν μήνες χωρίς οι αιτητες ασύλου να παραπέμπονται σε κενές θέσεις εργασίας ενώ έτυχε να επικοινωνήσουν με την UNHCR εργοδότες που ενδιαφέρονταν για αιτητές ασύλου αλλά δεν ήταν ενήμεροι για την σχετική διαδικασία.

Είναι γεγονός ότι οι λειτουργοί κοινωνικής ευημερίας και οι λειτουργοί στα γραφεία εργασίας έχουν φόρτο εργασίας, γι αυτό και είναι επιτακτική η ανάγκη αναπροσαρμογής του συστήματος, δεδομένων των αυξημένων καθηκόντων των λειτουργών (π.χ. οι κοινωνικοί λειτουργοί με βάση τη νομοθεσία δεν θα πρέπει να υπολογίζουν μόνο το δημόσιο βοήθημα, αλλά και να εντοπίζουν τις ιδιαίτερες ανάγκες των ανθρώπων αυτών). Η UNHCR έχει κατ’ επανάληψη εισηγηθεί την χρησιμοποίηση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Προσφύγων (ΕΤΠ), με την πρόσληψη κοινωνικών συμβούλων (που θα πληρώνονται από το ΕΤΠ) προκειμένου να διευκολύνουν την έργο των κοινωνικών λειτουργών. Παράλληλα, όσον αφορά την εργασία, επιτακτική είναι και η ανάγκη ενημέρωσης των εργοδοτών για τα εργασιακά δικαιώματα των αιτητών ασύλου, πώς διαφέρουν από αυτά των αναγνωρισμένων προσφύγων και των δικαιούχων συμπληρωματικής προστασίας. Σχετική πληροφόρηση υπάρχει στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εργασίας. Χρειάζεται επίσης βελτίωση στο συντονισμό των τμημάτων εργασίας και κοινωνικής ευημερίας καθώς επίσης και ένα αποδοτικό σύστημα παραπομπής σε εργοδότες (π. χ. εντοπισμός ενδιαφερομένων εργοδοτών, ενημέρωση και πιο δυναμικά μέτρα στην διασύνδεση των αιτητών με τους εργοδότες). Τέλος, η επίσπευση των διαδικασιών εξέτασης αιτήσεων ασύλου θα αποτρέψει την υποβολή αιτήσεων για καθαρά οικονομικούς λόγους – τομέας στον οποίο παρατηρείται ήδη.


Αντιπροσωπεία στην Κύπρο της UNHCR

No comments: